ΜΟΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΔΕΞΙΑ ΑΠΕΙΛΗ
Η ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ ΚΑΙ ΣΤΟ ΛΑΟ
Η έστω και με πολυετή καθυστέρηση παρέμβαση της Δικαιοσύνης για την αντιμετώπιση των παράνομων και εγκληματικών δραστηριοτήτων της Χρυσής Αυγής, σωστά συγκέντρωσε την επιδοκιμασία του συνόλου του πολιτικού κόσμου.
Ας αφήσουμε όμως τη Δικαιοσύνη να κάνει τη δική της δουλειά και ας εξετάσουμε τα αποτελέσματα των πρόσφατων αποκαλύψεων στο καθαρά πολιτικό επίπεδο. Εδώ, τα πράγματα δεν φαίνονται να πηγαίνουν σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό της κυβέρνησης, αντίθετα προκύπτουν κάποια ενδιαφέροντα αλλά και ανησυχητικά συμπεράσματα.
Είναι σαφές ότι η κυβέρνηση και πιο συγκεκριμένα η ΝΔ προσδοκούσε σε μια ταχεία και σαρωτική υποχώρηση των δημοσκοπικών ποσοστών της Χ.Α. Είναι επίσης σαφές ότι ήλπιζε να είναι αυτή η ωφελημένη από την αναμενόμενη συρρίκνωση της Χ.Α., λόγω της δεξιάς πολιτικής τοποθέτησης των ψηφοφόρων της. Ακόμα και αν δεν ομολογείται δημόσια, η λογική του «όμορου χώρου» κυριαρχεί στην αντιμετώπιση των ψηφοφόρων της Χ.Α. από τη ΝΔ.
Όμως, ακόμα και πάνω στο κύμα των συνεχών αποκαλύψεων, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν τη Χ.Α. να κρατιέται στο 7% με αναποφάσιστους, το οποίο προβάλλεται περίπου στο 10% στην κάλπη. Σαν αποτέλεσμα, η ΝΔ δεν κατορθώνει να «ξεφύγει» στις δημοσκοπήσεις, αντίθετα με την επιστροφή των πολιτών από τις θερινές διακοπές και τις μαζεμένες υποχρεώσεις του φθινοπώρου, καταγράφεται πάλι μια ισοπαλία στην πράξη με τον ΣΥΡΙΖΑ.
Η αντοχή αυτή της Χ.Α. είναι από μόνη της ένα ανησυχητικό κοινωνικό φαινόμενο. Απ’ ότι φαίνεται ένα διόλου ευκαταφρόνητο μερίδιο των πολιτών δεν επηρεάζεται ούτε από την αποδεδειγμένη εγκληματική δράση ούτε από τις ναζιστικές θέσεις της οργάνωσης. Δεν μπορούμε μάλιστα να αποκλείσουμε, όταν κοπάσει ο θόρυβος να υπάρξει και προσπάθεια της Χ.Α. να αντιστρέψει το κλίμα και να ανακτήσει τα ποσοστά που είχε στις προηγούμενες δημοσκοπήσεις.
Η αιτία του φαινομένου δεν μπορεί παρά να είναι κοινωνική. Είναι τελείως παράλογο να πιστέψουμε ότι ένα τόσο μεγάλο κομμάτι του λαού μας απέκτησε ξαφνικά φανατική ιδεολογική προσήλωση στο ναζισμό και τον ρατσισμό. Αντίθετα, πρέπει να δούμε ότι είναι η διάλυση του κοινωνικού ιστού και η περιθωριοποίηση έως και εξαθλίωση ολόκληρων ομάδων του πληθυσμού, που τρέφουν την ακροδεξιά.
Η διάκριση ανάμεσα στο αίτιο και το αποτέλεσμα είναι αναγκαία για τη σωστή πολιτική επιλογή. Η ΝΔ αλλά και το ΠΑΣΟΚ, με προσωπική μάλιστα επιλογή του κ. Βενιζέλου, εστιάζουν σε μια ιδεολογική επίθεση στη Χ.Α., με συνεχείς εκκλήσεις για μια συμμαχία των δυνάμεων του «συνταγματικού τόξου» εναντίον της. Αρνούνται επίμονα να δεχθούν κάθε κοινωνική ερμηνεία του ακροδεξιού φαινομένου στην Ελλάδα. Φυσιολογικά μάλλον, αφού τελική αιτία της εξαθλίωσης και περιθωριοποίησης που σπρώχνουν κόσμο στην ακροδεξιά είναι τα Μνημόνια και οι πολιτικές ακραίας λιτότητας που αυτά τα κόμματα στηρίζουν.
Αυτός ο στρουθοκαμηλισμός των δυο κυβερνητικών κομμάτων υπάρχει κίνδυνος να αποβεί σε όφελος της Χ.Α. Γιατί αν τα κοινωνικά στρώματα που νιώθουν απελπισμένα και αποκλεισμένα πιστέψουν ότι το πολιτικό σύστημα δεν ενδιαφέρεται για τη μοίρα τους, η προπαγάνδα της Χ.Α. θα βρει ακόμη περισσότερο έδαφος.
Οι δυνάμεις της αριστεράς πράττουν λοιπόν σωστά που συνδέουν την αντιμετώπιση της ακροδεξιάς με την πολιτική αντίστασης στη λιτότητα και τα Μνημόνια. Γιατί μόνον έτσι μπορεί να δοθεί μια διέξοδος στους πολίτες που έχουν στραφεί στην ακροδεξιά λόγω της προσωπικής τους φτώχειας και απόγνωσης.
Αναμφίβολο είναι ότι οι συμπατριώτες μας αυτοί κάνουν λάθος. Η ακροδεξιά και ιδιαίτερα βέβαια οι νεοναζιστές δεν αποτελούν με κανένα τρόπο αληθινή φωνή διαμαρτυρίας, είναι κρυφά ή φανερά εξαρτημένοι από τα μεγάλα συμφέροντα και τις κυρίαρχες πολιτικές.
Αλλά κανένα νόημα δεν έχει να κουνάει με αυστηρό ύφος το δάχτυλο σε όλους αυτούς ο κ. Βενιζέλος, αντίθετα η εικόνα της αυταρέσκειας και της αλαζονείας του βοηθάει την ακροδεξιά προπαγάνδα.
Σε κάθε περίπτωση, κάθε αριστερός και προοδευτικός άνθρωπος θέλει την πολιτική αντιμετώπιση της ακροδεξιάς, θέλει να εμποδιστεί από το να παίξει οποιοδήποτε ουσιαστικό ρόλο στο πολιτικό σκηνικό. Μια προϋπόθεση γι’ αυτό είναι, όπως είπαμε, η πρόταξη πολιτικών αντίστασης στη λιτότητα και τα Μνημόνια.
Μια άλλη προϋπόθεση είναι η διαμόρφωση παράστασης νίκης και ισχυρής δυναμικής της αριστεράς στη χώρα. Πολλοί άνθρωποι θέλουν όχι απλώς να «τα λέμε καλά» αλλά να πιστέψουν ότι μπορούμε να νικήσουμε και να τα κάνουμε πράξη.
Η διαμόρφωση ενός πλειοψηφικού με όρους κοινωνίας και εκλογικού σώματος μετώπου, προφανώς με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ, θα δώσει το σήμα ότι υπάρχει πρακτικά, μέσα στη ζωή, μια άλλη λύση από τις κυβερνήσεις των Μνημονίων. Θα δώσει ελπίδα στους απογοητευμένους και απελπισμένους συμπατριώτες μας, ακόμη και σε κάποιους που στρέφονται μέσα στη σύγχυση τους προς την ακροδεξιά. Θα απαντήσει στις τρομολαγνικές προειδοποιήσεις των καναλιών για τον κίνδυνο ακυβερνησίας και στα σενάρια κάποιων για στήριξη της ΝΔ από τη Χ.Α., που δεν έχουν εγκαταλειφθεί. Απέναντι στην απειλή της ακροδεξιάς, η ιστορικά σωστή απάντηση πάντα είναι η ενότητα του αριστερού και προοδευτικού χώρου. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο στη σημερινή Ελλάδα, εδώ και τώρα

Γιάννης Ελαιοτριβάρης
Η ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ ΚΑΙ ΣΤΟ ΛΑΟ
Η έστω και με πολυετή καθυστέρηση παρέμβαση της Δικαιοσύνης για την αντιμετώπιση των παράνομων και εγκληματικών δραστηριοτήτων της Χρυσής Αυγής, σωστά συγκέντρωσε την επιδοκιμασία του συνόλου του πολιτικού κόσμου. Ας αφήσουμε όμως τη Δικαιοσύνη να κάνει τη δική της δουλειά και ας εξετάσουμε τα αποτελέσματα των πρόσφατων αποκαλύψεων στο καθαρά πολιτικό επίπεδο. Εδώ, τα πράγματα δεν φαίνονται να πηγαίνουν σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό της κυβέρνησης, αντίθετα προκύπτουν κάποια ενδιαφέροντα αλλά και ανησυχητικά συμπεράσματα.
Είναι σαφές ότι η κυβέρνηση και πιο συγκεκριμένα η ΝΔ προσδοκούσε σε μια ταχεία και σαρωτική υποχώρηση των δημοσκοπικών ποσοστών της Χ.Α. Είναι επίσης σαφές ότι ήλπιζε να είναι αυτή η ωφελημένη από την αναμενόμενη συρρίκνωση της Χ.Α., λόγω της δεξιάς πολιτικής τοποθέτησης των ψηφοφόρων της. Ακόμα και αν δεν ομολογείται δημόσια, η λογική του «όμορου χώρου» κυριαρχεί στην αντιμετώπιση των ψηφοφόρων της Χ.Α. από τη ΝΔ.
Όμως, ακόμα και πάνω στο κύμα των συνεχών αποκαλύψεων, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν τη Χ.Α. να κρατιέται στο 7% με αναποφάσιστους, το οποίο προβάλλεται περίπου στο 10% στην κάλπη. Σαν αποτέλεσμα, η ΝΔ δεν κατορθώνει να «ξεφύγει» στις δημοσκοπήσεις, αντίθετα με την επιστροφή των πολιτών από τις θερινές διακοπές και τις μαζεμένες υποχρεώσεις του φθινοπώρου, καταγράφεται πάλι μια ισοπαλία στην πράξη με τον ΣΥΡΙΖΑ.
Η αντοχή αυτή της Χ.Α. είναι από μόνη της ένα ανησυχητικό κοινωνικό φαινόμενο. Απ’ ότι φαίνεται ένα διόλου ευκαταφρόνητο μερίδιο των πολιτών δεν επηρεάζεται ούτε από την αποδεδειγμένη εγκληματική δράση ούτε από τις ναζιστικές θέσεις της οργάνωσης. Δεν μπορούμε μάλιστα να αποκλείσουμε, όταν κοπάσει ο θόρυβος να υπάρξει και προσπάθεια της Χ.Α. να αντιστρέψει το κλίμα και να ανακτήσει τα ποσοστά που είχε στις προηγούμενες δημοσκοπήσεις.
Η αιτία του φαινομένου δεν μπορεί παρά να είναι κοινωνική. Είναι τελείως παράλογο να πιστέψουμε ότι ένα τόσο μεγάλο κομμάτι του λαού μας απέκτησε ξαφνικά φανατική ιδεολογική προσήλωση στο ναζισμό και τον ρατσισμό. Αντίθετα, πρέπει να δούμε ότι είναι η διάλυση του κοινωνικού ιστού και η περιθωριοποίηση έως και εξαθλίωση ολόκληρων ομάδων του πληθυσμού, που τρέφουν την ακροδεξιά.
Η διάκριση ανάμεσα στο αίτιο και το αποτέλεσμα είναι αναγκαία για τη σωστή πολιτική επιλογή. Η ΝΔ αλλά και το ΠΑΣΟΚ, με προσωπική μάλιστα επιλογή του κ. Βενιζέλου, εστιάζουν σε μια ιδεολογική επίθεση στη Χ.Α., με συνεχείς εκκλήσεις για μια συμμαχία των δυνάμεων του «συνταγματικού τόξου» εναντίον της. Αρνούνται επίμονα να δεχθούν κάθε κοινωνική ερμηνεία του ακροδεξιού φαινομένου στην Ελλάδα. Φυσιολογικά μάλλον, αφού τελική αιτία της εξαθλίωσης και περιθωριοποίησης που σπρώχνουν κόσμο στην ακροδεξιά είναι τα Μνημόνια και οι πολιτικές ακραίας λιτότητας που αυτά τα κόμματα στηρίζουν.
Αυτός ο στρουθοκαμηλισμός των δυο κυβερνητικών κομμάτων υπάρχει κίνδυνος να αποβεί σε όφελος της Χ.Α. Γιατί αν τα κοινωνικά στρώματα που νιώθουν απελπισμένα και αποκλεισμένα πιστέψουν ότι το πολιτικό σύστημα δεν ενδιαφέρεται για τη μοίρα τους, η προπαγάνδα της Χ.Α. θα βρει ακόμη περισσότερο έδαφος. Οι δυνάμεις της αριστεράς πράττουν λοιπόν σωστά που συνδέουν την αντιμετώπιση της ακροδεξιάς με την πολιτική αντίστασης στη λιτότητα και τα Μνημόνια. Γιατί μόνον έτσι μπορεί να δοθεί μια διέξοδος στους πολίτες που έχουν στραφεί στην ακροδεξιά λόγω της προσωπικής τους φτώχειας και απόγνωσης.
Αναμφίβολο είναι ότι οι συμπατριώτες μας αυτοί κάνουν λάθος. Η ακροδεξιά και ιδιαίτερα βέβαια οι νεοναζιστές δεν αποτελούν με κανένα τρόπο αληθινή φωνή διαμαρτυρίας, είναι κρυφά ή φανερά εξαρτημένοι από τα μεγάλα συμφέροντα και τις κυρίαρχες πολιτικές.
Σε κάθε περίπτωση, κάθε αριστερός και προοδευτικός άνθρωπος θέλει την πολιτική αντιμετώπιση της ακροδεξιάς, θέλει να εμποδιστεί από το να παίξει οποιοδήποτε ουσιαστικό ρόλο στο πολιτικό σκηνικό. Μια προϋπόθεση γι’ αυτό είναι, όπως είπαμε, η πρόταξη πολιτικών αντίστασης στη λιτότητα και τα Μνημόνια.
Μια άλλη προϋπόθεση είναι η διαμόρφωση παράστασης νίκης και ισχυρής δυναμικής της αριστεράς στη χώρα. Πολλοί άνθρωποι θέλουν όχι απλώς να «τα λέμε καλά» αλλά να πιστέψουν ότι μπορούμε να νικήσουμε και να τα κάνουμε πράξη.
Η διαμόρφωση ενός πλειοψηφικού με όρους κοινωνίας και εκλογικού σώματος μετώπου, προφανώς με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ, θα δώσει το σήμα ότι υπάρχει πρακτικά, μέσα στη ζωή, μια άλλη λύση από τις κυβερνήσεις των Μνημονίων. Θα δώσει ελπίδα στους απογοητευμένους και απελπισμένους συμπατριώτες μας, ακόμη και σε κάποιους που στρέφονται μέσα στη σύγχυση τους προς την ακροδεξιά. Θα απαντήσει στις τρομολαγνικές προειδοποιήσεις των καναλιών για τον κίνδυνο ακυβερνησίας και στα σενάρια κάποιων για στήριξη της ΝΔ από τη Χ.Α., που δεν έχουν εγκαταλειφθεί. Απέναντι στην απειλή της ακροδεξιάς, η ιστορικά σωστή απάντηση πάντα είναι η ενότητα του αριστερού και προοδευτικού χώρου. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο στη σημερινή Ελλάδα, εδώ και τώρα

Γιάννης Ελαιοτριβάρης

